Επιστημονικά Δεδομένα

Ο καρκίνος του στήθους είναι από τους αρχαιότερους καρκίνους. Οι παλαιότερες αναφορές υπάρχουν στην Αρχαία Αίγυπτο περίπου το 1600 π.Χ., ενώ από τα ιστορικά πρόσωπα που πιθανώς απεβίωσαν από τη νόσο είναι η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα, σύζυγος του Ιουστινιανού, και η Άννα της Αυστρίας, μητέρα του Λουδοβίκου XIV, βασιλιά της Γαλλίας.

Ο καρκίνος του μαστού είναι ο συχνότερος τύπος καρκίνου που εμφανίζουν οι γυναίκες του δυτικού κόσμου. Έτσι σήμερα υπολογίζεται ότι μία γυναίκα στις οκτώ προσβάλλεται από τη νόσο ή διαφορετικά το 13% του γυναικείου πληθυσμού θα νοσήσει στη διάρκεια της ζωής του. Όσον αφορά στην ηλικία, η νόσος προσβάλλει όλες τις ηλικίες από 20 έως 90 ετών. Οι πιθανότητες μάλιστα μίας γυναίκας να νοσήσει αυξάνονται σημαντικά με την ηλικία, ενώ ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου τετραπλασιάζεται μετά την εμμηνόπαυση. Δυστυχώς όμως, το 25% των περιπτώσεων αφορά σε νέες γυναίκες ηλικίας μικρότερης των 45 ετών. Επίσης, ο καρκίνος του μαστού είναι ο συχνότερος τύπος καρκίνου που εκδηλώνεται στη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού. Είναι αξιοσημείωτο, ότι σε κάθε 100 περιπτώσεις καρκίνου του μαστού η μία αφορά σε άνδρα και συνήθως παρουσιάζεται σε ηλικία 60 – 70 ετών.

Μόλις το 20-30% των γυναικών με καρκίνο στο στήθος έχουν προηγούμενο οικογενειακό ιστορικό, ενώ η παρουσία ιστορικού δεν υποδηλώνει στις περισσότερες περιπτώσεις την ύπαρξη κληρονομικότητας. Συγκεκριμένα, μόνον το 5-10% των συνολικών περιπτώσεων καρκίνου του στήθους είναι κληρονομικοί, δηλαδή υπάρχει εκ γενετής κάποια βλάβη σε γονίδια του DNA των κυττάρων, που κληρονομείται στις επόμενες γενιές. Οι γυναίκες με κληρονομική επιβάρυνση έχουν 8 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να νοσήσουν, ενώ είναι πιθανή η εμφάνιση δύο ή περισσότερων διαφορετικών καρκίνων. Στους κληρονομικούς καρκίνους το μεταλλαγμένο γονίδιο μεταφέρεται στα παιδιά με το γενετικό υλικό (ωάριο / σπερματοζωάριο), και το κάθε παιδί έχει 50% πιθανότητα να κληρονομήσει το ελαττωματικό γονίδιο εάν φορέας του είναι ένας εκ των γονέων και 75% αν φορείς είναι και οι δύο γονείς.

Κατά συνέπεια, όλες οι γυναίκες, ανεξαρτήτως οικογενειακού ιστορικού, πρέπει να ελέγχουν προληπτικά το στήθος τους και μάλιστα συστηματικά σε οργανωμένες “One-Stop” Μονάδες Μαστού, επανδρωμένες με Ογκολόγους Χειρουργούς, εξειδικευμένους Ακτινολόγους,  Κυτταρολόγους και Παθολoγοανατόμους, ακόμη και όταν δεν υπάρχει κανένα απολύτως σύμπτωμα, με σκοπό την τυχαία ανακάλυψη της νόσου σε πολύ αρχικό στάδιο. Η λειτουργία τέτοιων εξειδικευμένων Μονάδων συνεπάγεται αξιοπιστία στη διάγνωση, πληρέστερη θεραπευτική αντιμετώπιση και συνοδεύθηκε από μείωση της θνησιμότητας από τη νόσο κατά 25% την τελευταία δεκαετία.

Ο προληπτικός έλεγχος, γνωστός ως “triple test”, περιλαμβάνει: i) την κλινική εξέταση από ειδικά εκπαιδευμένους στις παθήσεις του στήθους γιατρούς, ii) την απεικόνιση των ευρημάτων με την ψηφιακή μαστογραφία, το υπερηχογράφημα και τη μαγνητική τομογραφία (MRI) μαστού και iii) την παρακέντηση του ογκιδίου (FNA) ή τη λήψη υλικού με ειδική τέμνουσα βελόνη (core biopsy) (με τοπική αναισθησία), με σκοπό την κυτταρολογική και ιστολογική εξέταση του ληφθέντος υλικού αντίστοιχα. Εφόσον οι ανωτέρω εξετάσεις συμφωνούν, στο 99% των περιπτώσεων μπορεί να δοθεί θετική ή αρνητική οριστική διάγνωση. Οι όγκοι που ανακαλύπτονται τυχαία κατά τον προληπτικό έλεγχο (screening) σε ποσοστό 70% είναι ασυμπτωματικοί, ενώ σε ποσοστό 30% είναι σε πρώιμο στάδιο, δηλαδή μεγέθους μικρότερου του ενός εκατοστού. Επίσης, ποσοστό περίπου 20% των όγκων αυτών δεν είναι διηθητικοί (DCIS). Τέλος, η πλέον σύγχρονη τεχνολογική εφαρμογή στην υπηρεσία της επιστήμης είναι ο ποζιτρονιακός τομογράφος (PET), που χρησιμοποιείται σε εξειδικευμένες περιπτώσεις για την κλινική σταδιοποίηση της νόσου.

Η έγκαιρη διάγνωση της νόσου συνεπάγεται εξαιρετική πρόγνωση στο 80%-90% των περιπτώσεων. Εκτός όμως από την καλύτερη πρόγνωση, η έγκαιρη ανακάλυψη του καρκίνου κατά τον προληπτικό έλεγχο παρουσιάζει και άλλα πλεονεκτήματα. Για παράδειγμα, οι μικρές διαστάσεις του ογκιδίου μας επιτρέπουν την αφαίρεση μικρού τμήματος του μαστού, χωρίς να είναι απαραίτητη η μαστεκτομή, και εφόσον δεν υπάρχουν μεταστάσεις στους λεμφαδένες της μασχάλης συχνά δεν απαιτείται η συμπληρωματική χορήγηση χημειοθεραπείας.

Όσον αφορά στις θεραπευτικές εξελίξεις, συνεχώς δημιουργούνται νέα φάρμακα για τη στοχευμένη θεραπεία, ενισχύοντας τα όπλα στην ιατρική φαρέτρα. Σε αντίθεση με τη χημειοθεραπεία, η οποία επιτίθεται ανεξαιρέτως σε όλα τα κύτταρα, οι στοχευμένες θεραπείες χωρίς ιδιαίτερες παρενέργειες αναστέλλουν επιλεκτικά την εξέλιξη των καρκινικών κυττάρων και τα εμποδίζουν να εξαπλωθούν, χωρίς να τα σκοτώνουν υποχρεωτικά. Η στοχευμένη θεραπεία βοηθά τη χημειοθεραπεία να είναι περισσότερο αποτελεσματική σε μικρότερες και επομένως λιγότερο τοξικές δόσεις. Ένα είδος στοχευμένης θεραπείας είναι η ορμονοθεραπεία, που αποσκοπεί στον περιορισμό της δράσης των οιστρογόνων, τα οποία διεγείρουν τον πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων. Επίσης, στο οπλοστάσιο κατά της νόσου έχουν προστεθεί τα μονοκλωνικά αντισώματα, σε συνδυασμό πάντοτε με τη χημειοθεραπεία, τα οποία είτε περιορίζουν το ρυθμό πολλαπλασιασμού και την επιθετικότητα των καρκινικών κυττάρων είτε χρησιμοποιούνται ενάντια στην αιμάτωση του όγκου ώστε, λόγω κακής αιμάτωσης, να προκαλούν τη συρρίκνωση του όγκου.

Συνεπώς, ο καρκίνος του μαστού δεν πρέπει να φοβίζει, καθώς παρά την ανησυχητική αύξηση της συχνότητας της νόσου, η βελτίωση του διαγνωστικού τεχνολογικού εξοπλισμού και η  ενίσχυση του θεραπευτικού οπλοστασίου συντελούν στη σταδιακή μείωση του αριθμού θανάτων από τη νόσο. Συγκεκριμένα, η θνησιμότητα από καρκίνο του μαστού μειώνεται με ρυθμό 2% ετησίως. Επιπλέον, η υγιεινή διατροφή, η ελεγχόμενη λήψη ορμονών, ο περιορισμός του άγχους, η αποφυγή έκθεσης σε ακτινοβολία, η περιορισμένη κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, η διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους και η άσκηση περιορίζουν σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.

Σ. Γεωργιάννος M.D., Ph.D.
Ογκολόγος Χειρουργός – Αγγειοχειρουργός

Τα σχόλια είναι κλειστά